Αντάν εφόρησεμ προχτές ο Περικλής,
που γράφτησ στρατιώτης, τησ στολήν του,
έπαθεν ούλλα τομ πελλόν! ώσπου να πεις,
εγέμωσερ ριάλια το πουντζίν του!
Εφώναζεν της μάνας του: “’άε στολήν!”
εφουσκωσεν ο νους του που τημ πρώτην·
“βουρα μανά να δεις τογ γυιόσ σου μια στιμήν ,
βούρα να δεις τογ γυιόσ σου στρατιώτην!”
Άρκεψεμ πκιον να χτίζει πύρκουσ στησ σειράν·
να πα να πολεμήσει, να σκοτώσει!
να φορτωθεί παράσημα, να ’βρει ππαράν,
που τον καμόν της φτώσειας να γλυτώσει!
Ήταν χαμένος· κότζια κόπελλος γερός·
απένταρος, ατσίαρος, κλεισμένος·
είσιεδ δουλειάν δεν είσιεν, πάντα του φτωχός,
πολλές βολές της πείνας φατσιημένος.
Έθελερ ρούχα πάνω του· να φα’, να πκιεί,
έσιει δκυο-τρεις αρφάες να τες σάσει·
τημ μάναν του, τον τζιύρην του, να μπει να βκει,
πόσα ’ναν μεροκάματον να φτάσει;
Τωρά τάχατες ήβρεν νάκκομ ποσπασιάν·
εχτός το μεροκάματομ που πκιάννει,
έσιει το πκιείν τζιαι το φαϊν, την πετσωσιάν,
τζι’ αρτίρημαμ μπορεί που μιαν ως άλλην.
Φτώσεια! γιατί στον τόπομ μας του’ν το κακόν,
άλλοι να μεν -ι- ζιούν τζι άλλοι να ζιούσιν;
γιατί τζι ’εμ παν αρκόντοι μιάλοι στοσ στρατόν,
σαν τοφ φτωχόσ στομ πόλεμον να βκούσιν;
7.7.1943
Πόλεμος, Πόλεμος (1944)




