Λούης Περεντός, «Μάνα»

Μάνα

τι  έχεις κι έρχεσαι τις νύχτες

γρατσουνάς απαλά τα παντζούρια

μιλάς λέξεις που δεν ακούγονται;

Δε βρήκες το κλειδί στη γλάστρα

να μπείς με τ’ αλαφρό σου βάδισμα

να μου χαδέψεις το μέτωπο;

Στέκεσαι με τις ώρες στη βροχή

κι  εγώ στο βαθύ μου ύπνο

ταξιδεύω σε θάλασσες δικές μου.

Κάθεσαι και κρατάς το κεφάλι

―χλωμή του κόσμου που μετοίκησες―

ψάχνεις τ’ άστρα να βρεις απαντήσεις

κι εγώ παραμιλώ αβοήθητος

«έλα, μπες , τι περιμένεις στο σκοτάδι».

Το πρωί

βρήκα την πόρτα ανοιχτή

είχες ποτίσει τα γεράνια  με το κλάμα

δεν άκουσα τι μού’ λεγες το βράδυ

όμως το σπίτι ήταν ζεστό

και μύριζε Αγάπη.

Published in: on Ιανουαρίου 4, 2011 at 8:12 μμ  Σχολιάστε  

Βάσος Χριστοφόρου Γερμασοΐτης, “Στομ πόλεμον”

 

     Αντάν εφόρησεμ προχτές ο Περικλής,

     που γράφτησ στρατιώτης, τησ στολήν του,

     έπαθεν ούλλα τομ πελλόν! ώσπου να πεις,

     εγέμωσερ ριάλια το πουντζίν του!

 

     Εφώναζεν της μάνας του: “’άε στολήν!”

     εφουσκωσεν ο νους του που τημ πρώτην·

     “βουρα μανά να δεις τογ γυιόσ σου μια στιμήν ,

     βούρα να δεις τογ γυιόσ σου στρατιώτην!”

 

     Άρκεψεμ πκιον να χτίζει πύρκουσ στησ σειράν·

     να πα να πολεμήσει, να σκοτώσει!

     να φορτωθεί παράσημα, να ’βρει ππαράν,

     που τον καμόν της φτώσειας να γλυτώσει!

 

     Ήταν χαμένος· κότζια κόπελλος γερός·

     απένταρος, ατσίαρος, κλεισμένος·

     είσιεδ δουλειάν δεν είσιεν, πάντα του φτωχός,

     πολλές βολές της πείνας φατσιημένος.

 

     Έθελερ ρούχα πάνω του· να φα’, να πκιεί,

     έσιει δκυο-τρεις αρφάες να τες σάσει·

     τημ μάναν του, τον τζιύρην του, να μπει να βκει,

     πόσα ’ναν μεροκάματον να φτάσει;

 

     Τωρά τάχατες ήβρεν νάκκομ ποσπασιάν·

     εχτός το μεροκάματομ που πκιάννει,

     έσιει το πκιείν τζιαι το φαϊν, την πετσωσιάν,

     τζι’ αρτίρημαμ μπορεί που μιαν ως άλλην.

 

     Φτώσεια! γιατί στον τόπομ μας του’ν το κακόν,

     άλλοι να μεν -ι- ζιούν τζι άλλοι να ζιούσιν;

     γιατί τζι ’εμ παν αρκόντοι μιάλοι στοσ στρατόν,

     σαν τοφ φτωχόσ στομ πόλεμον να βκούσιν;

                                                                   7.7.1943

                                           Πόλεμος, Πόλεμος (1944)

Published in: on Φεβρουαρίου 10, 2009 at 12:14 μμ  Σχολιάστε  

Μάγδα Μ. Κιτρομηλίδου, «Η άλλη εποχή» (Αφήγημα)

Ο νόστος των Κυπρίων που έζησαν στην Ελλάδα αποκομμένοι από την Κύπρο την εποχή της Κατοχής, πραγματοποιήθηκε τελικά την πρώτη τ’ Αρίλη. Ένα πλοίο ιταλικό το “Τριπολιτάνια”, που ήταν τώρα στην κατοχή των Άγγλων, θα πραγματοποιούσε το νοσταλγημένο ταξίδι. Η σχεδία του Οδυσσέα δε θα μπορούσε να διασχίσει τη Μεσόγειο γεμάτη ακόμα από νάρκες και υποβρύχια. Και το “Τριπολιτάνια” έκανε τέσσερις μέρες να φτάσει λοξοδρομώντας συνέχεια, για ν’ αποφύγει τις σκορπισμένες νάρκες.

     Έμενα ξαπλωμένη στην καμπίνα μου τις πιο πολλές ώρες. Δεν είχα γίνει ακόμα καλά, από τ’ αυτιά μου έτρεχαν υγρά και τα πονούσα. Έπρεπε ν’ αποφεύγω τον κρύο αέρα, που φυσούσε ακόμα στη θάλασσα κείνη την εποχή.

     Το “Τριπολιτάνια” από την Κρήτη έπιασε στ’ ανοιχτά και προσορμίστηκε στην Αμμόχωστο, όπου αποβιβαστήκαμε στις τέσσερις τ’ Απρίλη. Πατούσα ξανά τα χώματα της Κύπρου ύστερα από έξι χρόνια κι όμως δεν ένιωθα καμιά χαρά. Ο πόνος για το θάνατο του πατέρα μου ξαναζωντάνεψε και σκέπασε κάθε χαρά και κάθε ελπίδα, που ήταν φυσικό να έχω ξαναγυρίζοντας στην Κύπρο.

     Στο λιμάνι κυρίες των σωματείων καλοντυμένες μάς κοίταζαν με οίχτο ανάμιχτο με κάποια περιφρόνηση, καθώς είμαστε κακοντυμένοι και ταλαιπωρημένοι. Άπλωναν πολύ προσεχτικά το χέρι ― φοβούνταν να πιάσουν κανένα μικρόβιο αν μας άγγιζαν ― για να μας δώσουν από ένα πορτοκάλι κι ένα παστίτσιο, αμυγδαλωτό όπως το λέγαμε τότε στην Κύπρο.

     Φορούσα το βαμμένο μαύρο παλτό μου και τα χοντρά μαύρα παπούτσια μου, που μου λάδωναν τις κάλτσες.

     Όταν έφτασα στις καλοντυμένεςσ κυρίες, κρύφτηκα πίσω από κάποιο άλλο, που ήταν μπροστά μου, και πήγα να τις προσπεράσω, για να μη δουν τα χοντροπάπουτσά μου και τις λαδωμένες κάλτσες μου. Μα ύστερα σκέφτηκα το πορτοκάλι, που από μακριά είδα να είναι πολύ μεγάλο και λαχταριστό βαρωσιώτικο πορτοκάλι, κι είχα τόσα χρόνια να γευτώ τέτοιο φρούτο, που τ’ αγαπούσα.

     Οι Άγγλοι δε μας άφησαν να πάμε στα σπίτια μας αναβάλλοντας έτσι ακόμα δεκαπέντε μέρες την παλιννόστησή μας.

     Μας έβαλαν σε λεωφορεία και τραβήξαμε για την Αχειροποίητο, ένα παλιό μοναστήρι στη Λάπηθο.

     Τα λεωφορεία έτρεχαν και το χρυσοκίτρινο χρώμα που ήταν απλωμένο κείνη την εποχή στις πεδιάδες γινόταν ποτάμι, που κυλούσε στην αντίθετη κατεύθυνση. Τα κίτρινα σιμίλια έδιναν τον τόνο χαρίζοντάς μου μια αξέχαστη χρωματική εμπειρία, που δεν ξαναείχα παρά μόνο ύστερα από χρόνια, όταν είχαμε χάσει πια τη Μεσαορία. Σ’ ένα ταξίδι μου στη Γαλλία, στα χωράφια της Arles, που ζωγράφισε ο Van Gogh, ξαναβρήκα αυτό το κίτρινο χρώμα να κυριαρχεί σ’ όλη τη φύση.

                                                                    Η άλλη εποχή (1995) σ. 223-224.

Published in: on Νοέμβριος 26, 2008 at 11:48 πμ  Σχολιάστε  

Νικόλαος Δ. Φραγκούδης, ‘Όσαι λευκαίνουσι το πρόσωπον”

Kαταστρέφουσι την επιδερμίδα των. Aσχημίζουσι το πρόσωπον το οποίον ρυτιδούται, σκληραίνεται, μαραίνεται.

     Oλέθριον φαινόμενο παρουσιάζουσι τα ασπριζόμενα πρόσωπα, αλειμμένα από πούδρας και διάφορα κατασκευάσματα δηλητηριώδη. Nομίζουσιν ότι γίνονται ωραίαι, ενώ συμβαίνει το εναντίον, χάνουσι την φυσικότητα, την δροσερότητα και το φυσικόν των χρώμα, όπερ είναι απείρως ανώτερον ουδήποτε επιμελημένου αλείμματος. Eίναι λυπηρόν να βλέπει τις τοιαύτα ακατανόητα φρονήματα, τοιαύτας βλαβεράς ιδέας να τίθενται εις εκτέλεσιν υπό τινων νεανίδων και κυριών, αίτινες ώφειλον να γνωρίζωσιν ότι τοιαύτα μέσα καταστρέφουσι και την ζωηρότητα και της ζωής το χρώμα, όπερ ουδεμία τέχνη, ουδεμία επινόησις δύναται να μιμηθεί. Kαθιστώσι το πρόσωπόν των άχαρι, ωσεί νεκρόν, εστερημένον ζωής και ανταλλάσσουσιν ούτω την φυσικήν ωραιότητά των με την ασχημίαν, την αγρίαν τεχνητήν φυσιογνωμίαν, την αλλοίωσιν των φυσικών τύπων, οίτινες εν πάση περιπτώσει είναι απείρως καλλίτεροι πάσης άλλης τεχνητής διορθώσεως και επαλείψεως.

     Eναντίον τοιαύτης καταστροφής και ζημίας ανεπανορθώτου, συνέθεσα το εξής ποίημα, όπερ απεικονίζει έτι ζωηρότερον την αθλίαν ανταλλαγήν των φυσικών προσόντων με τα ψευδή, με τα άσχημα. Tο δε χείριστον, αφού άπαξ το πρόσωπον καταστραφεί δια τοιούτων κονιαμάτων, καθίσταται πλέον ανάγκη να γίνεται χρήσις τοιούτων αηδεστάτων αλειμμάτων δια να σκεπάζονται αι εκ της καταστροφής ρυτίδες, η εκτραχυνθείσα επιδερμίς και ούτω γίνεται μεγαλυτέρα η βλάβη του προσώπου. Tο εν λόγω ποίημα έχει ως εξής:

     Δεν μπορώ να σ’ ατενίζω

                    ψευδασπροχρωματισμένην

     δεν μπορώ να σε κοιτάζω

                    χωρίς να μου ομιλείς·

     δεν μπορώ να σε γνωρίζω

                    αυτοκαταστρεφομένην

     και να κάμνεις μόνη χρώμα

                    μηδεμιάς της γης φυλής.

                                                                       

     Eσύ προπαρασκευάζεις

                    αυτήν την καταστροφήν σου,

     του προσώπου σου το χρώμα

                    αφανίζεις μοναχή

     και νομίζεις ότι κάμνεις

                    καλλιτέραν την μορφήν σου

     με το ψεύτικο το χρώμα,

                    με την ψεύτικη βαφή.

                                   

     Δεν μπορώ να έχεις μάσκον,

                    από γύψον προσωπίδα

     και ν’ αλλάσσεις την μορφήν σου

                    σ’ ένα κλέπτικο γυαλί,

     που σου κλέπτει την αλήθειαν

                    με μιαν ψεύτικην ασπίδα

     που σου κλέπτει την χροιάν σου

                    και το ψεύδος σου πουλεί.

                                   

     Mε την πούδρα ν’ ανταλλάσσεις

                    τα σημεία της μορφής σου

     και το ρόδινό σου χρώμα

                    νεκρωμένο να θωρώ,

     να σκεπάζωσιν αι πούδραι

                    την εικόνα της ψυχής σου

     και να φαίνεσαι πως έχεις

                    ένα πρόσωπο νεκρό.

                                   

     Nα πετάσσεις στους ανέμους

                    την εικόνα την δικήν σου

     και να παίρνεις από τούτους

                    χρώμα, σκόνην και πνοήν,

     το αναίσθητον γυρεύεις,

                    σαν ν’ αλλάσσεις την ψυχήν σου

     και το αίσθημά σου όλον

                    με μια πέτρενη μορφήν.

                                   

      Θα εζήλευσες τες πέτρες

                    και του γύψου το ζυμάρι·

     μήπως θέλει η καρδιά σου

                    την σκληρότητα αυτού;

     γιατί ούτος σαν σκληραίνει

                    δεν του μένει καμμιά χάρι

     παρά μόνον η σκληρότης

                    λίθου άσπρου λαξευτού.

                                    

     Δεν πιστεύω η ψυχή σου

                    την σκληρότητα να θέλει

     δεν πιστεύω να ζηλεύει

                    του αψύχου την μορφήν·

     γιατί φαίνεσαι σαν άνθος

                    απ’ εκείνα που έχουν μέλι

     που η μέλισσα το έχει

                    την καλλίτερη τροφήν.

                                    

     Kαι σου εύχομαι, αν θέλεις,

                    να’χεις μέλι στην ψυχήν σου

     απ’ εκείνο που τα άνθη

                    έχουν μέσα στην καρδιάν,

     που αι μέλισσαι γυρεύουν

                    και θα έχεις στην μορφήν σου,

     ν’ αποφεύγεις τες ασπράδες

                    και την ψεύτικην χροιάν!

            εφημ. Διάπλασις, έτος A, αρ. 31 (27/10 Mαΐου 1902)

Published in: on Οκτώβριος 26, 2008 at 8:00 πμ  Σχολιάστε  

Σάββας Παύλου, “Προς νέο βιβλιόφιλο”

Στην αρχή μαζεύεις άπληστα, θέλεις να ενημερωθείς για τα πάντα, μαζεύεις από παντού, τα βιβλία ξεχειλίζουν από τα ράφια της βιιβλιοθήκης προς το γραφείο σου, στοίβες υψώνονται πάνω σε τραπέζια και καρέκλες.

     Είναι η περίοδος που διανύεις, συνέχισε λοιπόν να ’σαι πολυσυλλεκτικός, ν’ αναζητάς εδώ και κει, αυτή ’ναι η αλήθεια σου τώρα.

     Γιατί εκεί στα σαράντα σκέφτεσαι για πρώτη φορά το ξεδιάλεγμα. Χίλια βιβλία μόνο, τα καλύτερα, εκείνα που σου είναι απαραίτητα, που ήταν σταθμός και συμπύκνωση, εκείνα που ανοίγεις τακτικά ή έστω προστρέχεις σ’ αυτά πότε πότε.

     Αρχίζεις το κοσκίνισμα, αρχίζεις ν’ απαριθμείς ανάκατα από επιστήμη και λογοτεχνία (κάποια του Μαρξ, η Έρημη χώρα, το Tractatus Logigophilosophicus κ.λπ. κ.λπ.) και στην πορεία διαπιστώνεις ότι και με εκατό τη δουλειά σου την κάνεις κι είναι καλύτερα έτσι.

     Πιο μεγάλος αρχίζεις και πάλι ένα ξεσκαρτάρισμα, σκληρότερο τώρα, τα πιο σημαντικά μετρούνται με τα δάχτυλά σου σχεδόν, έχεις πέσει στη μία με δύο δεκάδες. Εκεί μένεις για καιρό. Σου φαίνεται προδοσία, ότι χάνεις ένα μέρος του εαυτού σου αν απαρνηθείς έστω κι ένα απ’ αυτά.

     Μεγαλώνεις κι άλλο, κι όταν δεν φαίνεται άλλη οδός διαφυγής, θα κάνεις το άλμα. Θ’ αρκεστείς στο ένα βιβλίο. Σ’ αυτό το σημείο οι άνθρωποι χωρίζονται στα δυο. Άλλοι με την Καινή Διαθήκη κι άλλοι με τον Όμηρο. Τότε για πολλούς τροποποιείται η εικόνα που έχουν για το παρελθόν τους, ξαναγράφουν τη ζωή τους.

     Τώρα ξέρεις. Μα μην αρχίσεις τις σκέψεις όταν θα ’ρθει ο καιρός εσύ ποιο τελικά θα διαλέξεις. Άσε· εκείνη η ώρα θα μιλήσει μόνη της.

                                                                            Το επί πλέον (1999)

Published in: on Οκτώβριος 23, 2008 at 4:38 μμ  Σχολιάστε  

Λούης Περεντός, “Ζω με ποιήματα”

 

           Ζω με ποιήματα

 

          με παχουλούς χοντρέμπορους

          πιστώσεις έγγραφα γραμμάτια

          φωτοτυπίες φίλων

 

          ζω με ποιήματα

 

          ξενύχτια παιδιών

          τηλέφωνα δίκες τέλεξ

          φωνές ταξιτζήδων

 

          ζω με ποιήματα

 

          γιορτές προδομένες

          απεργίες επάλληλες

          κηδείες νεκρών ξεχασμένων

 

          ζω με ποιήματα

 

          κι ακόμη

          μ’ εσένα κύριε δήμαρχε

          που δε θα μάθεις ποτέ

          την ετυμολογία του αξιώματός σου.

                                Τ’ απωθημένα ενός μικροαστού (1982)

Published in: on Οκτώβριος 23, 2008 at 4:38 μμ  Σχολιάστε  

Λεύκιος Ζαφειρίου, “Οι συμμορίτες”

[…]

     Μας σκόλασαν νωρίς οι δάσκαλοι. Κάτι πήρε τ’ αφτί μας για φασαρίες. Σαν φάγαμε, βγήκαμε για παιγνίδι. Ανέβηκε ο Νίκος στη συκομουριά, πανύψηλη στη μέση της αυλής. Είχε φτιάξει ένα ξύλινο σπιτάκι όπου κούρνιαζαν στρουθιά, καμιά φορά και γατιά που τα ξάφριζαν. Πήγε ν’ ανεβεί η Σαλιμέ, της έκοψε το δρόμο. Έβαλε τα κλάματα. Την Οζάη την άφησε και τη βοήθησε ν’ ανέβει. Πήγα κι εγώ με τον Κωστή. Ανέβηκε πρώτα αυτός, μου ’δωσε το χέρι του.

     ―Ρε Κωστή, θα πέσω!

     ―Ππεζεβέγκη, μείνε κάτω!

     Ακούστηκαν πυροβολισμοί από τη μεριά τ’ Αϊ-Λαζάρου. Η δεσποσύνη Ειρήνη φώναζε να πάμε μέσα. Η Σαλιμέ έκλαιγε πιο δυνατά. Άρπαξε κι ένα χαστούκι από τη δεσποσύνη· έτρεχαν ποτάμι οι μύξες της. Τρεχάλα πήγαμε στη σαλοτραπεζαρία. Η Μάρω αρπάχτηκε από τη δεσποσύνη Ιωάννα· όλο έκλαιγε κι έλεε “εσκοτώσαν τον”.

     ―Σκασμός! Φώναζαν οι δεσποσύνες.

     Έλειπαν τρεις· ο Μιχάλης, ο Χριστάκης κι ο Ρογήρος.

     Το βράδυ ο Μιχάλης έλεγε στον Παύλο και τον Κωστή πώς σκότωσαν το Δημητράκη, εφτά μόλις χρονώ. Έριχναν δακρυγόνα οι στρατιώτες κι οι μαθητές τους πετούσαν πέτρες. Κάποια στιγμή από ένα αυτοκίνητο κατέβηκαν Εγγλέζοι κι ένας τους σημάδεψε το Δημητράκη. Ακούστηκε ξερός ο κρότος από τον πυροβολισμό. Μια άλικη χαρακιά στο μέτωπο, δεξιά πάνω απ’ το φρύδι κι ο Δημητράκης άρχισε να γέρνει.

     Μπήκε η Σούλα στο υπνοδωμάτιο.

     ―Δε θα ξαναπουλήσει γιασεμιά. Να του πάρουμε εμείς αύριο για τελευταία φορά.

     Ο Μιχαλάκης κοίταξε το άδειο κρεβάτι στη γωνιά. Εκεί θα κοιμόταν από τη Δευτέρα ο Δημητράκης, αν δεν τον σκότωναν οι Εγγλέζοι.

[…]

                                                              “Οι Συμμορίτες” (1982)

Published in: on Οκτώβριος 23, 2008 at 4:37 μμ  Σχολιάστε  

Ειρήνη Παναγή, «Λάρνακα»

Και να κλάψετε πικρά πάνω από την ατάραχη λμνη της Λάρνακας.

Την είδα. Μεταφέρουν την καρδιά της από κοσμική συγκέντρωση

σ’ επίσημες δεξιώσεις. Την άκουσα. Επιτήδειοι θεσιθήρες

από του βήματος τσακίζονται μπροστά σε πλήρη καθίσματα

από αστείους και αφελείς. Οι αγνοί τρομαγμένοι μακράν πορεύονται

και ώρα καθαρισμού και απολυμάνσεως δεν διαφαίνεται, επειδή

οι το αργύριον επιδεικνύοντες παντού πρώτοι, επειδή οι θρασείς

τα ιερά και όσια ανεμπόδιστοι νέμονται. Αφανείς οι άξιοι

της προδοσίας μετέχουν σιωπούντες. Και φωνή ουδεμία και κραυγή

ουδεμία καν νύξις. Και το μέλλον σκοτεινό και οι δρόμοι

αδιέξοδοι. Όμως η λέξις η τελευταία δεν ακούστη

ακόμα. Και οποία η ηχώ και οποία

η αντήχησις των γύρω βράχων στο καρτερικό των

ατένισμα προς τη θάλασσα.

     Πνευματική Κύπρος, χρονιά Α΄ αρ. 8 (Μάης 1961) σ. 382

Published in: on Οκτώβριος 14, 2008 at 8:01 πμ  Σχολιάστε  

Κύπρος Χρυσάνθης, «Η μπαλάντα της Τριανταφυλλένης»

    

     Πώς βρέθηκα μια νύχτα στα τοπία του φεγγαριού,

     Με μιαν αγάπη στο δεξί μου χέρι

     Κι η πεισματάρα η άνοιξη τριγύρω να χειρονομεί

     Και να μιλά με λέξεις διαφανείς κι αντάρτισσες

     Και της ζωής το βάρος να μικραίνει!

     Σε κάποιο σύνορο άκουσα τον άνεμο μ’ ελληνικές φωνές:

     “Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”!

 

     Μες στο συρτάρι τα όνειρα μας

     Με τ’ άλλα μικροπράγματα μας τα ευπαθή

     Φωτογραφίες των άλλων ημερών και γράμματα

     Αραχνιασμένα απ’ την πολυκαιρία

     Ένα λουλούδι μαδημένο σαν παράλυτο κορίτσι

     (“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”)

     Να παίρνουν κάποτε πνοή και να γυρνάνε

     Απ’ το ταξίδι τους το μακρινό κι εσένα να καλούνε

     “Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”.

 

     Πόση βροχή από αστέρια κάθε βράδι,

     Πόση μαγεία στον άνεμο που ξεσηκώνει τα φουστάνια,

     Πόση πλημμύρα φαντασμάτων να χορεύουνε στον ώμο σου,

     Τι μουσική

     “Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”!

 

     Και ξαφνικά να μπαίνει ο πόλεμος,

     Με τον καπνό στο χέρι του

     Και τη φωτιά στα μάγουλά του,

     Να καταστρέφει τα σπαρτά στο πέρασμα του,

     Να ρίχνει τα καμπαναριά,

     Τα σπίτια να σωριάζει και την άνοιξη

     “Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”.

 

     Και να γυρνώ στην ξενιτιά χωρίς πουκάμισο

     Μ’ ένα κομμένο χέρι

     Να μην ακούω μιλιά με γνώριμο ήχο

     Να μην ελπίζω

     (“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”)

     Και να κρατώ το παρελθόν

     Σ’ ένα σπασμένο βάζο

     Σε μια μικρούλα γλάστρα

     Σ’ ένα μυροδοχείο

     Στην οροφή απροστάτευτος

     Κόσμου χαμένου

     (“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”)

     Ένα μικρό να γίνομαι

     Δημοτικό τραγούδι

     Σε κάποια μακρινά ευρετήρια φυλαγμένο

     Να καρτερώ τα σύνορα μια νύχτα να με βρουν

     Και να ’ρθεις διαφανής μ’ ένα φεγγάρι επώδυνο

     Στα διάφανά σου μάτια

     “Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”…!

                                       Λυρικός λόγος, Β΄(1985)

 

Published in: on Οκτώβριος 14, 2008 at 8:01 πμ  Σχολιάστε  

Αντώνιος Χριστοδούλου, «Υμνος προς την οκνηρίαν»

Είδος προλόγου

… Η οκνηρία είναι ο πλέον διηθισμένος και διαυγής ηδονισμός. Την επιτηδεύονται οι ιερείς, οι επαίται και οι εκ κληρονομίας πλούσιοι, τριάς γνωρίζουσα να ζήσει ανθρωπινότερον και διαμπερέστερον παντός άλλου φωτογενούς τυχοδιώκτου και αριβιστού. Τόσω το χειρότερον δι’ εκείνον που την νομίζει κατάραν και δυστυχίαν. Αυτός προορίζεται υπό του πεπρωμένου κάποιας βιολογικής μορφής της παγκοσμίου εξελίξεως να χρησιμεύει ως ευτελές και ανώνυμον υπομόχλιον δια να στηρίζουν οι επιτήδειοι, οι κινούντες την Γην, τον πελώριον μοχλών των επιτυχιών των.

I

Όταν ο Διογένης εμάδησε κάποιον πετεινόν, αλαζόνα οικοδεσπότην φιλειρηνικού κοτετσίου, και τον επαρουσίασεν εις τους μαθητάς του Πλάτωνος ως κρώζον παράδειγμα του περί ανθρώπου ορισμού του διδασκάλου των, εκείνην την στιγμήν το αρχαίον ελληνικόν χιούμορ διεσκεύαζε και ελείαινε τον ωραιότερον και διαυγέστερόν του αδάμαντα. Ο άνθρωπος, είτε έπεσεν εις την γην από λαξευμένον κομμάτι λάσπης όπως θέλει η Γραφή, είτε είναι το τελειοποιηθέν μίκυ-μάους κάποιου πιθήκου όπως πιστεύει η κοσμογονία του Δαρβίνου, είτε είναι απλή συνοφρύωσις κάποιας απεράντου μηδενικότητος όπως φαντάζονται οι πυρρωνισταί και οι βολταιρισταί, αποτελεί την πλέον περίπλοκον καρκινικήν επιγραφήν. Η ανάγνωσίς του ειμπορεί να γίνει όχι μόνον από την κεφαλήν ή από την ουράν, αλλά και από τον ομφαλόν ή τα μηρία. Η έννοιά του δεν μεταβάλλεται καθόλου εάν παρασταθεί από οιονδήποτε χημικόν με τους τραγικούς τύπους της επιστήμης του ως σύμπλεγμα υδρογονανθράκων και αρωματικών ενώσεων και τερπενίων, ούτε εάν αναγλυφοτυπηθεί από οιονδήποτε θεολόγον, ο οποίος προκαταβολικώς παραδέχεται ότι το απηυθυσμένον ενός ανθρώπου έχει ολιγοτέραν σπουδαιότητα από το φανταστικόν μέρος όπου εδρεύει η ψυχή του.

     Και τούτο διότι ο ορισμός του ανθρώπου είναι πολύπλευρος. Εξαρτάται από την οπτικην γωνίαν που θα τοποθετηθεί ο οιοσδήποτε παρατηρητής, φιλόσοφος, ποιητής, εμπορορράπτης, προαγωγός, μεσίτης χρηματιστηρίου, πράκτωρ υπηρετριών, δια να κάμει τας μελέτας του και να λάβει τα αποτυπώματά του. Άλλως βλέπουν τον άνθρωπον οι θετικισταί και οι υλισταί, άλλως οι ρομαντικοί, οι ιδεολόγοι, οι οραματισταί, οι σιδηρουργοί συνειδήσεων και οι οδηγηταί λαών. Δια τον ιατρόν ο άνθρωπος είναι αποικία τριών δισεκατομμυρίων κυττάρων τα οποία έχουν αέναον πόλεμον με άλλα τόσα δισεκατομμύρια μικροβίων. Δια τον χημικόν ο άνθρωπος είναι πενιχρόν παντοπωλείον : πενήντα λίτραι νερού, εικοσιπέντε χιλιόγραμμα λευκώματος, λίπους, ζελατίνας και ανθρακικού ασβεστίου και μερικά γραμμάρια αμύλου, ζακχάρεως, άλατος φωσφορικού και άλατος μαγειρικού. Δια τον ιερωμένον ο άνθρωπος είναι μετάνοια, προσευχή, πρόσφορον, κόλλυβον και τάληρον εντός της παλάμης. Δια τον φιλόσοφον ο άνθρωπος είναι παχύ μυστήριον ψυχής, συνειδήσεως, εγώ, αθανασίας.

     Όλοι αυτοί έχουν δίκαιον μονομερώς, διότι έχουν άδικον εις το σύνολον. […]

                Αντώνιος Χριστοδούλου, Ύμνος προς την οκνηρίαν (1933)

Published in: on Οκτώβριος 12, 2008 at 10:50 πμ  Σχολιάστε